Το χάσμα  των γενεών ή  η σκυτάλη  που τους ενώνει; – (της Εύης Μάρκου)

Πολλές γενιές μεγάλωσαν και ακόμη μεγαλώνουν με την πεποίθηση , πως το πέρασμα από τη μία γενιά στην άλλη εγκυμονεί  μια πάλη, έναν αγώνα  επικοινωνίας με σκοπό τη συμπόρευσή τους. 

Με μια βαθύτερη ματιά , κάτι μέσα μου αντιστέκεται  πια με τη συγκρουσιακή χροιά που αποδίδουμε συχνά στη διαδοχή των γενεών. Το ακόλουθο παράδειγμα είναι μόνο ένα μικρό στιγμιότυπο αυτής της σύγκρουσης  που απαιτεί πάνω από μία αναγνώσεις , για να αντιληφθούμε τι πρεσβεύει η μία και η άλλη πλευρά,  δηλαδή του γονέα και του παιδιού. 

Ο Δημήτρης , πατέρας δύο παιδιών, θέλει να προσφέρει στα παιδιά  του μια δραστηριότητα και διαλέγει ο ίδιος το είδος της προσφοράς του. Ο μεγάλος του γιος αντιδρά όχι  στην προσφορά του πατέρα,  αλλά στην εμμονή του να επιλέξει εκείνος τη δραστηριότητα. Αυτόματα , η ευχάριστη στιγμή,  που  πιθανόν η οικογένεια θα βίωνε , μεταμορφώνεται σε  μια αρένα απόψεων και ερμηνειών. Καθώς ο πατέρας εισπράττει το αίτημα του γιου  του ως πράξη  αχαριστίας  και μη ευγνωμοσύνης. Και ο γιος αισθάνεται πως η προσφορά θα έπρεπε να είναι απλόχερη και να λαμβάνει υπόψη την επιθυμία του.

Εύκολα μπορούμε να φανταστούμε τη  συνέχεια του διαλόγου , αν αναλύσουμε το συμβάν μέσα  από το πρίσμα του χάσματος των γενεών.

 Αν όμως αφουγκραστούμε ένα τόσο κοινό  κοινό οικογενειακό συμβάν μέσα από το πρίσμα των σχέσεων που συνεξελίσσονται  και δεν αντιμάχονται , ανακαλύπτουμε την μοναδική ευκαιρία που δίνεται σε πατέρα και γιο να επικοινωνήσουν τα δικά τους νοήματα. Τι σημαίνει προσφορά για τον πατέρα και τι για το παιδί; Ποιό  είναι το πρόσταγμα της ευγνωμοσύνης προς τους γονείς που εκφράζει  ο πατέρας ως εκπρόσωπος της δικής του γενιάς και τι πρεσβεύει ο γιος, ως σπόρος της επόμενης γενιάς;

Αντιλαμβανόμαστε αυτόματα πως η επίτευξη της καλής  επικοινωνίας μεταξύ  αυτών των δύο αντριπροσώπων   μπορεί να επιτευχθεί στο γεφύρωμα,  στην ανταλλαγή των νοημάτων που υπηρετεί ο καθένας.Οχι στην υπερίσχυση του ενός πάνω στον άλλον. 

Οι οικογενειακές σχέσεις μοιάζουν τις περισσότερες φορές με ένα κουβάρι μπλεγμένο που απαιτεί   από τις εμπλεκόμενες γενιές την συνεξέλιξη ως αναγκαίοτητα πια. Με άλλα λόγια , δεν έχει τόση σημασία , αν  γονείς και τέκνα  θα συμφωνήσουν στα πάντα που τους χωρίζουν και τους ενώνουν, όσο  στο να δεσμευτούν από κοινού  στη προσπάθεια της κατανόησης της διαφορέτικότητάς τους. 

 Η διαθεσιμότητα και των δύο πλευρών να “συνυπάρχουν” και  να συμβαδίζουν είναι ίσως το πιο σημαντικό  στοιχείο μιας ισορροπημένης οικογενειακής  σχέσης , που προφανώς  δεν υπολείπεται συγκρούσεων αλλά  σίγουρα μειώνει το ”χάσμα” μεταξύ των γενεών. 

Ο  ρόλος του ενήλικα γονέα σε αυτό το γεφύρωμα κρίνεται εξαιρετικά   σημαντικός και θεμελιώδης , καθώς αναμένει,   μέχρι τα νεώτερα μέλη να ωριμάσουν και να μπορούν πράγματι να διανύσουν τη  μισή  απόσταση στη γέφυρα της επικοινωνίας.

“Ας υιοθετήσουμε τα βιολογικά μας παιδιά ”, θα πρότεινα με τόλμη, δανειζόμενη αυτήν την υπέροχη φράση από τον Χόρχε Μπουκάι.

H λέξη ”ευγνωμοσύνη” αποπνέει   συχνά μια ανταλλακτική χροιά, καθώς αν δεν εκφράσει κάποιος την ευγνωμοσύνη του, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί αχάριστος. Παρόλαυτα είναι μια υπέροχη έννοια που δείχνει πως οι σχέσεις στηρίζονται στου δούναι και λαβείν τόσο υλικών αλλά και ψυχικών αγαθών. Ομως την ευγνωμοσύνη , όπως κι όλες τις αρετές των οικογενειακών σχέσεων , δεν χρειάζονται απαίτηση και διαπραγμάτευση, χρειάζονται μοίρασμα και  φροντίδα. 

Είμαστε φορείς της εποχής μας, η κάθε γενιά της δικής της εποχής  αλλά  η ανάγκη μας να δημιουργούμε δεσμούς είναι διαχρονική. Ακολουθώντας τη συμβουλή  του  Μικρού Πρίγκηπα , από το ομώνυμο βιβλίο  του Antoine de Saint-Exupéry, οι δεσμοί δημιουργούνται μέσα από την εξημέρωση. Ας επιτρέψουμε λοιπόν οι γενιές να εξημερωθούνε μεταξύ τους, χωρίς να φοβόμαστε τις διαφορές μας, αφήνοντας απλά τη σκυτάλη οι προηγούμενοι στους επόμενους.